Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Αστική δραματουργία

Έξι και μισή το πρωί. Οι έρημοι δρόμοι κλέβουν το πρώτο φως της ανατολής, το βάφουν γκρίζο και το μεταπωλούν στους λίγους, ξεχασμένους διαβάτες. Η πόλη τεντώνεται νωχελικά, σαν αγουροξυπνημένη γάτα, και ξυπνάει τα παιδιά της για μια ακόμα ίδια κι απαράλλαχτη μέρα.

Ένας νεαρός στην γωνία κάποιου δρόμου κρατάει ένα τσιγάρο. Το ανάβει και μένει να το κοιτάζει σκεφτικός, πριν πάρει την πρώτη ρουφηξιά. Δεν του φτάνει, το ξαναφέρνει στο στόμα του. Αηδιασμένος, απογοητευμένος που ένας χάρτινος σωλήνας γεμάτος νικοτίνη δεν μπόρεσε να του προσφέρει μια κάποια υπαρξιακή ανακούφιση, πετάει το απομεινάρι στον δρόμο και συνεχίζει λυπημένος την βόλτα του.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, μια κοπέλα γυρίζει από την βραδινή της έξοδο. Κρατάει έναν καθρέφτη και ελέγχει το μακιγιάζ της. Τα βράδια της είναι ίδια και απαράλλαχτα, όπως είναι άλλωστε όλα τα βράδια, όλες οι μέρες στην πόλη. Γεμάτα φτηνές διασκεδάσεις και ακριβούς συμβιβασμούς. Το πρόσωπό της είναι όμορφο, όμως το γκρίζο φως του πρωινού ξεσκεπάζει την κενότητα που κρύβει επιμελώς πίσω από μάσκαρες και μάσκες. Κανένα έλεος, καμία παρηγοριά. Ένα δάκρυ κυλάει από το μάτι της, μα το σκουπίζει προσεκτικά για να μην χαλάσει το βάψιμο της, να μην ρίξει την μάσκα της.

Ο νεαρός την βλέπει, αλλά αυτή, μαγνητισμένη από τον καθρέφτη της, δεν τον προσέχει. Ίσως αν τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν, αν μπορούσαν να καθρεφτιστούν ο ένας στα μάτια του άλλου, να έβλεπαν τους εαυτούς τους με λίγο περισσότερο χρώμα. Ίσως αυτός να καταλάβαινε ότι αυτό που του λείπει είναι η γαλήνη ενός χαμόγελου και όχι η πύρινη χημική απόλαυση στην άκρη ενός τσιγάρου. Αυτή, πάλι, ίσως έβλεπε ότι η ομορφιά της βρίσκεται στις ατέλειες της, ότι η τελειότητα είναι ψυχρή και ακίνητη και τρομακτική.

Άλλη μια χαμένη ευκαιρία για λύτρωση πέφτει στον δρόμο, μέχρι να την παρασύρουν τα νερά της βροχής στους υπονόμους της πόλης. Ο μόνος μάρτυρας αυτού του μικρού δράματος είναι ένας μικρόσωμος σκύλος, ο οποίος, με την χαρακτηριστική ενσυναίσθηση του είδους του, κουνάει αργά την ουρά του. Αν είχε την ικανότητα πολύπλοκης σκέψης, θα σκεφτόταν ότι οι άνθρωποι είναι ανόητοι, ότι η χαρά της ζωής είναι ένα καλό γεύμα και ένα χάδι και όχι όλα αυτά τα περιττά με τα οποία προσπαθούν να γεμίσουν την ζωή τους. Όντας, όμως, σκύλος, αρκέστηκε στο να κλαψουρίσει σιγανά στο φεγγάρι που σιγά σιγά χάνεται από τον ουρανό.


Ο ήλιος έχει πλέον ξεπροβάλλει ολόκληρος πάνω από τον καπνισμένο ορίζοντα, δίνοντας το σήμα στους ανθρώπους να ξεχυθούν στους δρόμους και τα γρανάζια της παραγωγής και της κατανάλωσης να γυρίσουν άλλη μια φορά. Όλα αυτά τα μικρά γεγονότα, οι ασήμαντες πίκρες και οι προσωρινές χαρές, οι ίδιες και απαράλλαχτες μέρες, όλες αυτές οι χαμένες ευκαιρίες, δεν έχουν κανένα νόημα στο ευρύτερο δράμα που αποκαλούμε ζωή. Μόνο η πόλη φαίνεται να ξέρει αυτό που τα παιδιά της έχουν πια ξεχάσει: ότι στο τέλος κάθε δράματος επέρχεται η λύτρωση.

Τέλος (και μια νέα αρχή)

Serotonin Addicted

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Ταξιδιώτης


Ο ταξιδιώτης συναρπάζεται εύκολα από τα πιο απλά και συνάμα από τα πιο περίεργα πράγματα, κοινώς είναι ένας άνθρωπος περίεργος. Τον διακατέχει μια περιέργεια για όλα όσα βρίσκονται γύρω του είτε πρόκειται για εκφάνσεις της φύσης είτε για ζητήματα που κινούνται στη σφαίρα της ανθρώπινης νόησης. Το ενδιαφέρον αυτό πηγάζει ίσως από την προσμονή για όλα όσα τον περιμένουν, είτε πρόκειται για μέρη που επιθυμεί να επισκεφτεί, είτε είναι φίλοι παλιοί και αγαπημένοι, καινούργιοι και αξιοθαύμαστοι.

Ο ταξιδιώτης γνωρίζει ότι τα πιο απλά είναι συνάμα και τα πιο περίεργα, όμως τα έχουμε συνηθίσει και δεν τα παρατηρούμε. Ξέρει ότι η φύση είναι ο καλύτερος ζωγράφος και η ζωή του ένα κενό βιβλίο με το μελάνι να βρίσκεται στα χέρια του. Έχει να επιλέξει να γράψει ότι θέλει ή να το πετάξει στα σκουπίδια, φοβισμένος να αρχίσει μια λέξη. Απορεί πως οι γύρω του δεν είναι περίεργοι για το κάθε τι, πως δεν νιώθουν τις συναισθηματικές δονήσεις της ζωής, την ομορφιά των χρωμάτων, τον αισθησιακό μυστικισμό της φιλοσοφίας και της τέχνης, την σαγηνευτική ηδονή της μουσικής και τον εφηβικό ενθουσιασμό μιας ωραίας συζήτησης. 

Ο ταξιδιώτης έχει περάσει από το στάδιο της απάθειας γι’ αυτό η όραση του είναι καθαρή. Έχει κάνει ένα πισωγύρισμα και έχει βρεθεί ξανά σε εκείνο το στάδιο που κοιτώντας κάτι είναι σαν να το βλέπει για πρώτη φορά και απορροφάει σα σφουγγάρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο ταξιδιώτης δεν είναι παπαγάλος αλλά δημιουργός. Η θέλησή του να δημιουργεί μοιάζει με το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού που έχει κάνει κάποια σκανταλιά και οι γονείς του δεν το γνωρίζουν ακόμα.

Ο ταξιδιώτης έχει μάτια κοχύλια, καρδιά γερανού, πόδια αετού και μυαλό από ιρίδιο. Ο ταξιδιώτης δεν έχει καταλάβει το νόημα της ζωής. Η διαφορά είναι ότι το ψάχνει ακόμα. Δεν ζει σε κόσμους άλλων, δημιουργημένους από άλλους, μιμούμενος ζωές άλλων, προσπαθώντας να πετύχει όνειρα άλλων. Ο ταξιδιώτης ζει στον κόσμο του κυριολεκτικά. Έχει αντιληφθεί την στρεβλή γραμμικότητα του χρόνου, την φαιδρή μονιμότητα του τόπου, καθώς και τις άπειρες εκλογικεύσεις στις οποίες επιδίδεται ένα αγχωμένο μυαλό για να παρατείνει την βαλτώδη και καταθλιπτική ρουτίνα του. Ζει την κάθε στιγμή, δεν φυτοζωεί μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, μεταξύ απραγματοποίητων ονείρων και παλιών αποτυχιών.

Ο ταξιδιώτης έχει βάλει όλες τις υποχρεώσεις του σε ένα τσουβάλι και τις έχει αφήσει σε ένα μέρος που πλέον έχει λησμονήσει. Γιατί δεν είναι ο συνηθισμένος άνθρωπος, αυτός που κάνει αυτό που πρέπει, αυτό που περιμένουν οι πολλοί να πράξει αλλά είναι το σπάνιο αυτό είδος ανθρώπου που κάνει αυτό που πραγματικά θέλει. Για να αποσαφηνίσει κανείς όμως τι πραγματικά θέλει πρέπει να γίνει περίεργος με τον εαυτό του, χωρίς εκλογικεύσεις, κρατώντας τον πήχη ψηλά.


Ο ταξιδιώτης έχει κατανοήσει την αυταπάτη των υλικών αγαθών, την εξουσιαστική φύση του χρήματος, την παράλογη κανονικότητα του καπιταλισμού και την γοητευτική παγίδα να πετύχει σε μια κοινωνία νεκρών και άβουλων ανθρώπων. Ξέρει ότι για να ταξιδέψεις δεν χρειάζεται απαραίτητα να αντικρίσεις τα δέλτα του Μεκόνγκ, τις παγόδες του Πεκίνου, τα απομεινάρια των Ίνκας σε κάποια βράχο του Ματσου Πιτσου ή τα Μοάι του Ράπα Νούι. Ξέρει ότι ταξίδι είναι όλη η ζωή, κάθε στιγμή.

Grito paliatsos (fifty fifty)

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

Λέξεις

Αθόρυβα παγοθραυστικά γυροφέρνουν τους πόλους του μυαλού μου, ισοπεδόνοντας πλήρως κρυσταλλομένες σκέψεις κι εγώ, καθισμένος αναπαυτικά στον ψηλό μου θρόνο, τα παρακολουθώ ανεπηρέαστος. Κρυμμένος πέρα από την δικαιοδοσία της αστυνομίας σκέψης, αρνούμαι να δεχτώ ακόμα και την πιθανότητα να είμαι κάτι διαφορετικό από θεός. Δεν σας καταριέμαι μα ούτε και σας ευλογώ, οι δυνάμεις μου κινούνται πέρα από τον αέναο χορό του καλού και του κακού.

Εισπνοή. Δεν είμαι το σώμα.

Εκπνοή. Δεν είμαι ούτε και το μυαλό.

Τι είμαι τότε; Ένα αίνιγμα. Από μικρός μου άρεσαν τα αινίγματα, ιδίως αυτά που δεν έχουν λύση, συνεπώς και καμία απαίτηση από μένα. Η απαίτηση απαντάται με παραίτηση. Γιν και γιανγκ.

Εισπνοή και εκπνοή.

Σώμα; Όχι

Μυαλό; Ούτε.

Καλά, ίσως. Ίσα ίσα αρκετό για να μπορώ να γράφω. Δεν μπορώ να μείνω αταύτιστος από τις σκέψεις μου. Τις μεγαλώνω από τόσες δα, τις φροντίζω ανελλειπώς μέχρι που γίνονται ολόκληρη κοσμοθεωρία, που ανοίγει τα φτερά της και κάθεται στο ψηλότερο πυργίσκο της συνειδητότητάς μου.
Όταν ήμουν παιδάκι ήθελα να μπορώ να γράφω χρησιμοποιώντας όμορφες, περίτεχνες λέξεις. Τώρα που γράφω με όμορφες και περίτεχνες λέξεις, θα ήθελα να ήμουν παιδάκι.

Θέλω και δεν-θέλω. Ανάγκες και η ημιπεράτωσή τους. Απύθμενα απωθημένα που τα θάβεις με φτηνές, πολύχρωμες διασκεδάσεις.

Δεν βαριέσαι; Αυτός είμαι.

Σώμα; Όχι!

Μυαλό; Ούτε!

Εγώ; Ψευδαίσθηση

Τότε τι;
Λέξεις.



Serotonin Addicted

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο μικρός Κωστάκης

Ο μικρός Κωστάκης από τότε που γεννήθηκε είχε ένα μαγικό ραβδί με το οποίο μπορούσε να κάνει διάφορα μαγικά κόλπα. Με αυτό έκανε τις πιο απίστευτες σκανταλιές. Βλέπετε, αγαπημένο του χόμπι ήταν να φέρνει σε δύσκολη θέση τους μεγάλους. Ωστόσο, δεν ανέφερε σε κανέναν την ύπαρξή του γιατί  δεν ήθελε να του το πάρουν.  Καθώς περνούσαν αμέριμνα τα χρόνια ο μικρός Κωστάκης είχε εθιστεί πλέον στη χρήση του ραβδιού.

Δεν θυμάται ακριβώς που και πότε αλλά καθώς τελείωνε η περίοδος της εφηβείας του ο νεαρός μας φίλος έχασε το ραβδί του. Η απώλεια αυτή ήταν πολύ μεγάλο πλήγμα για εκείνον. Στην αρχή έψαξε παντού αλλά δεν το βρήκε. Έπειτα το έριξε στη δουλειά για να αποσπαστεί κάπως η προσοχή του. Όμως η ενθύμηση του μαγικού ραβδιού και όλων όσων έκανε με αυτό αναζωπύρωνε την επιθυμία του να το βρει. Αποφασισμένος ότι κάποιος του το έκλεψε ή είχε χαθεί σε κάποιο παράξενο μέρος, άρχισε να ταξιδεύει.

Και έψαξε παντού, ακόμα και στα πιο απίστευτα μέρη. Σε πάρκα και σε πλατείες της Ευρώπης, στα ποτάμια του Αμαζονίου, στα πιο ψηλά βουνά των Άλπεων, κάτω από τα χιόνια της Αλάσκας και την άμμο της Σαχάρας. Στα ταξίδια του προσπαθούσε να ψαρέψει τους φίλους που έκανε και τα άτομα που γνώριζε μήπως είχαν ακούσει για κάποιο μαγικό ραβδί. Ρώτησε τους βουδιστές μοναχούς αλλά αυτοί επέμεναν ότι η αναζήτησή του ήταν μάταιη. Μόνο όταν ρωτούσε παιδιά αναπτερώνονταν οι ελπίδες του, γιατί σε μερικά έβλεπε το σκανταλιάρικο εκείνο βλέμμα που παίρνουν τα μικρά όταν είναι ένοχα για κάτι αλλά δεν το παραδέχονται.

Τα χρόνια περνούσαν και η αναζήτηση του ήρωά μας συνεχίζεται ακάθεκτη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μέχρι που σε ηλικία 50 ετών διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα. Είχε ένα φλογερό πάθος με το τσιγάρο. Λίγες μέρες μετά τη διάγνωσή του συνάντησε ένα καλό του φίλο στο δρόμο. Γεμάτος λύπη του λέει: “Τζάμπα έψαχνα τόσα χρόνια. Το είχα θάψει σε ένα κλειδαμπαρωμένο δωμάτιο του μυαλού μου, γι’ αυτό δεν το έβρισκα”.

grito

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Τεσσεράμισι τετραγωνικά μέτρα

Ζούμε μόνοι μας αλλά μαζί σε ένα δωμάτιο που πνίγει την ένταση.

Που πνίγει την έκσταση στα γεννοφάσκια της.

Το δωμάτιο είναι τεσσεράμισι τετραγωνικά ιδεών και αισθήσεων, που κατακλύζουν  τις νευρικές μου απολήξεις σαν φτηνό αψέντι, σαν την πρέζα που ποτέ δεν με άφησες να πάρω, γιατί ήθελες να κρατήσω τις φλέβες του χεριού μου όμορφες και καθαρές.

Καθαρές σαν τον μεσογειακό ήλιο στα στενά της Σαντορίνης.

Καθαρές σαν το χιόνι έξω από ένα γκούλαγκ .

Ζούσαμε πάντοτε στο ίδιο σπίτι, ακόμα και όταν ήμασταν σε διαφορετικές ηπείρους και βλέπαμε διαφορετικά άστρα στον νυχτερινό ουρανό. Σου θύμιζα ότι κανείς δεν μπορεί να μετρήσει τα δισεκατομμύρια άστρα του σύμπαντος, ότι αυτά που βλέπουμε είναι μόνο μερικές εκατοντάδες, κι ας βλέπω άλλα εγώ και άλλα εσύ. Μου άρεσε να προκαλώ το κατσούφιασμά σου, να αφήνω την ψυχρή μου επιστήμη να καταστρέφει τον αγνό ρομαντισμό σου. Οι άνθρωποι κρύβουν έναν νοσηρό σαδισμό μέσα τους, έναν σαδισμό που δεν αντέχει να βλέπει τον άλλον ευτυχισμένο. Η κόλαση είναι οι άλλοι μόνο σαν προβολή του εαυτού μας. Ο παράδεισος είμαι εγώ, μόνο σαν προέκταση των άλλων.

Έβαψα τους τοίχους με το χρώμα του χαμόγελου σου, αυτής της ακούσιας κίνησης των προσωπικών μυών που πάντοτε μου σταματούσε την καρδιά για λίγα νανοδευτερόλεπτα. Το χρώμα δεν αρκεί, του λείπει η ζεστασιά σου. Έχει καιρό που χτίσαμε τον τοίχο ανάμεσά μας, κι εγώ καταστρέφω αργά μα συστηματικά τους λεκτικούς μου οδοστρωτήρες, για να μην ενωθούμε ποτέ. Είναι αστείο με πόση ζέση σαμποτάρουμε τον εαυτό μας, για να γλυτώσουμε από τον μεγαλύτερο κίνδυνο που υπάρχει, αυτόν της αυθεντικής, πλήρους ζωής. Αν βέβαια υφίσταται κάτι τέτοιο, δεν έχω παρά τα βιβλία μου και λίγες σταγόνες από το χαμόγελό σου ως απόδειξη. Δεν αρκούσε.

Ποτέ δεν γνώρισα την πραγματική αγάπη, μόνο τον έρωτα, η εθιστική του βιοχημεία μου φαινόταν πάντα πολύ πιο τίμια από την ανιδιοτελή ανωτερότητα της αγάπης. Ο έρωτας ταιριάζει στο πρωτεύον θηλαστικό που λέγεται Homo sapiens, ας αφήσουμε την αγάπη στους θεούς. Απομακρύνεσαι, απομακρύνομαι, μένουμε ακίνητοι αλλά το σύμπαν διαστέλλεται, οι θεοί γελούν γιατί δεν ήμασταν αρκετά έξυπνοι για να τους σκοτώσουμε και να τους κλέψουμε την αθανασία. Όχι ότι έχει καμία σημασία. Επέτρεψες στην ηθική σου να σκοτώσει τον έρωτα, ενώ η ανηθικότητα που εγώ ασπάστηκα σκοτώνει την αγάπη.
 
Ζούμε μόνοι μας αλλά μαζί σε ένα δωμάτιο. Μεταφορικά μα και παράφορα. Τεσσεράμισι τετραγωνικά που όλο μειώνονται, σαν τα δευτερόλεπτα ενός ποιητή που μόλις έκοψε τις φλέβες του.

Ζούμε μόνοι μας. Αλλά μαζί.

Όπως όλοι οι άνθρωποι.

Serotonin Addicted

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Mayflies

Η μέρα ήταν σχεδόν ανυπόφορα ζεστή , όπως και η αμέσως προηγούμενη και, πιθανότατα, και η επόμενη. Το καλοκαίρι έχει την μαγική ιδιότητα να κάνει τις μέρες να μοιάζουν όλες ίδιες αλλά παράλληλα να περνάνε γρήγορα, σαν δευτερόλεπτα. Το αγόρι καθόταν στην άκρη της μικρής, ξύλινης αποβάθρας, με τα γυμνά του πόδια να ακουμπάνε στο δροσερό νερό.

Τα άλλα παιδιά ήταν στην αυλή του σχολείου και έπαιζαν, όμως αυτός τα απέφευγε. Δεν είχε πρόβλημα μαζί τους, όμως δεν μπορούσε να μοιραστεί την ανεμελιά τους. Αυτός ήξερε κάτι που οι συνομήλικοί του αγνοούσαν, κάτι που τον βασάνιζε. Είχε δοκιμάσει να μιλήσει γι αυτό στους γονείς του, όμως τον κοίταξαν με το κενό, ανήσυχο χαμόγελο που όλοι οι γονείς του κόσμου φυλάνε για τα παιδιά τους, όταν αυτά είναι πιο έξυπνα από αυτούς, όταν σκέφτονται υπερβολικά πολύ για το καλό τους. Αυτό που βασάνιζε τον μικρό ήταν η επίγνωση του θανάτου.

Δεν είχε κάποια αρρώστια ή κάτι άλλο που του έδινε μια καθορισμένη ημερομηνία λήξης, όμως, σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά και, εδώ που τα λέμε, με τους περισσότερους ενηλίκους, συνειδητοποιούσε ότι κάποια στιγμή η λεπτή γραμμή που χωρίζει  την ζωή από την νεκρή φύση θα κοβόταν και γι αυτόν, όπως κόπηκε για τον παππού του πριν λίγους μήνες, ή για το χρυσόψαρο που είχε μικρός.  Οι γονείς του του έδωσαν την συνηθισμένη ανόητη εξήγηση, ότι ο παππούς του ήταν πλέον ένας άγγελος στον ουρανό, όμως αυτός δεν μπορούσε να το πιστέψει, γιατί είχε δει το κέρινο πρόσωπο του παππού στην κηδεία, λίγο πριν κλείσουν το φέρετρο.

Πώς μπορούσε λοιπόν να παίζει ανέμελος και να ξεχνάει αυτή την βασική αλήθεια, ότι τίποτα δεν είναι μόνιμο, ότι η ζωή είναι μικρή, ότι όλα, αργά ή γρήγορα, πεθαίνουν για να αντικατασταθούν από άλλα ζωντανά πλάσματα, που θα επαναλάβουν τον ίδιο ανούσιο κύκλο, μέχρι την στιγμή που και τα άστρα θα αφήσουν την τελευταία τους πνοή υδρογόνου και ζεστασιάς και θα πεθάνουν κι αυτά με την σειρά τους;

Καθώς το απόγευμα, κυλούσε προς το τέλος του, το αγόρι άρχισε να παρατηρεί  ολοένα και περισσότερες μικρές, φτερωτές φιγούρες να κάνουν την εμφάνισή τους και να χορεύουν τον τρελό χορό τους πάνω από τα πράσινα νερά της λιμνούλας.

Το αγόρι αναγνώρισε τα εφημερόπτερα, αυτά τα μικρά έντομα που περνούν όλη τους την ζωή σαν προνύμφες στο έδαφος και στη συνέχεια παίρνουν την τελική, μεγαλειώδη, φτερωτή μορφή τους, αλλά με ένα μεγάλο τίμημα: έχουν μόνο μια μέρα ζωής ακόμα, στην οποία πρέπει να ικανοποιήσουν τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκαν, με το παροιμιώδες ρολόι να τρώει τα δευτερόλεπτα που ξεχύνονται από τα διάφανα φτερά τους και με την γνώση ότι δεν υπάρχουν δεύτερες ευκαιρίες, δεν υπάρχει αύριο, από Δευτέρα ή του χρόνου. Υπάρχει μόνο το τώρα, ένα τώρα σκληρό και εκστατικό, που γελάει στα μούτρα του θανάτου τόσο δυνατά, ώστε να τον κρατάει μακριά, μόνο για μια στιγμή, αλλά μια στιγμή που φαντάζει αιώνια, μια στιγμή απέραντης έκστασης και χαράς.

Παρακολουθώντας τον τρελό  εναέριο χορό με την χαρούμενη αψηφισιά του προς το επικείμενο τέλος, το αγόρι ξαφνικά κατάλαβε κάτι  που τα έντομα αυτά, όπως και τα περισσότερα ζώα,  ξέρουν, και μόνο ο άνθρωπος, αυτός ο έξυπνος ηλίθιος, αρνείται να καταλάβει: ότι ο θάνατος έχει δύναμη μόνο στο παρελθόν και στο μέλλον. Ότι όσο πιο πολύ αδράχνεις την κάθε στιγμή, όσο την ξεχειλίζεις για να βγάλει τους χυμούς της, τόσο πιο μακριά κρατάς αυτόν τον τρομακτικό Ξένο. Και ότι αν όλα γίνουν σωστά, αν ξοδέψεις τις στιγμές σου με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μετανιώνεις για τίποτα, τότε, όταν ο θάνατος σε επισκεφτεί, θα τον υποδεχτείς σαν ένα φίλο που θα σε πάει στην επόμενη περιπέτεια, όποια κι αν είναι αυτή.

Το αγόρι ένιωσε σαν να ξυπνάει, καθώς ο ήλιος έδυε και έπαιρνε το τελευταίο φως της μέρας μαζί του. Άπλωσε το χέρι του και ένα αρσενικό έντομο, που μόλις είχε ολοκληρώσει τον ερωτικό χορό του, αυτή την πράξη ζωής αλλά και θανάτου, κάθισε αποκαμωμένο πάνω του. Έμεινε να το κοιτάζει καθώς τίναζε σπασμωδικά τα φτερά του, προσπαθώντας να απορροφήσει και τις τελευταίες αχτίδες φωτός, να γευτεί τις μυρωδιές της λίμνης καθώς οι αισθήσεις του το εγκατέλειπαν. Όταν σταμάτησε να κουνιέται, το ακούμπησε απαλά στα νερά της λίμνης.

Ένα όμορφο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο του παιδιού, για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Σηκώθηκε και τέντωσε τα χέρια και τα πόδια του για να ξεπιαστεί, απολαμβάνοντας την δροσιά, αυτό το δώρο της νύχτας τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Ξεκίνησε αργά για να βρει τα άλλα παιδιά, δίνοντας μια υπόσχεση στον εαυτό του: ότι από δω και πέρα, κάθε δευτερόλεπτο θα είναι γι αυτόν μια μέρα, κάθε μέρα ένας χρόνος, κάθε χρόνος μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα πολύτιμη, ακριβώς γιατί είναι προσωρινή, γιατί κρατάει μια στιγμή. Πίσω του τα έντομα έπεφταν αργά στην λίμνη, με την νύχτα να τα υποδέχεται στην αγκαλιά της δίνοντάς τους την δική της υπόσχεση, ότι η ζωή θα συνεχίσει να υπάρχει.

Για πάντα.

Ή έστω για μια στιγμή.


Serotonin Addicted

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Σκόρπια μόνο για τ' αφτιά σου

Μια πανσέληνος και ένα μονοπάτι μας δίνουν παλίρροιες στο μυαλό ενός τρελού. Ποιου τρελού; Έλα μου ντε. Εγώ άλλη χημεία ξέρω άλλη έμαθες εσύ στο σχολείο. Από τη μια τα δέντρα μας προστατεύουν από τον ήλιο του καλοκαιριού, από την άλλη εμποδίζουν το φεγγαρόφως και το σκοτάδι φαίνεται επικίνδυνο. Από τη μια φοβάσαι το άγνωστο από την άλλη σε κουράζει η ρουτίνα. Τι αστείο πλάσμα που είσαι. Περπατάς και βάζεις τον αυτόματο πιλότο. Και νομίζεις ότι αν πρόσεχες θα γλίτωνες. Εκεί βρίσκεται το αστείο της λογικής σου. Η κωμωδία έγινε τραγωδία και όλα στο μυαλό σου φίλε μου. Όλα στο μυαλό σου. Και τι φοβάται η λογική; Την ψευδαίσθηση. Την πιθανότητα η φούσκα που δεν σκάει και όλο και μικραίνει καθώς μεγαλώνεις να γίνει πραγματικότητα.  

Να λοιπόν που βρίσκεσαι πάλι στο ίδιο μέρος αλλά τα πρόσωπα έχουν αλλάξει. Αράζεις στη γωνιά σου και περιμένεις τον επόμενο ξενυχτισμένο γαμάτο μεθυσμένο τύπο να εισέλθει  στη σκηνή και να σου προσφέρει μια θεατρική παράσταση άξια εξιστόρησης. Μέχρι που μετά τον πέμπτο έκτο ηθοποιό έχει χαράξει, ο δικός σου είναι πολύ κουρασμένος και πηγαίνει για ύπνο στην παραλία. Εσύ συνεχίζεις ακάθεκτος και το σύμπαν συνωμοτεί και σε ανταμείβει.

Είναι μέρες που νιώθεις σκατά και έτοιμος να παραδώσεις τα όπλα. Ανούσια κλικ προσπαθούν μάταια να σώσουν τη μέρα. Είναι και μέρες που νομίζεις ότι είσαι ικανός για τα πάντα. Περιμένεις με ανυπομονησία το βραδινό αλύχτισμα των λύκων-χωρίς-αγέλη. Λίγο πριν την Αποκάλυψη η βραδιά έχει φτάσει στο ζενίθ. Πέφτεις για ύπνο χωρίς έγνοιες κομμάτια από την κούραση. Πάνω που σταμάτησες για λίγο να είσαι ρομπότ οι υπόλοιποι σε βγάλαν ελαττωματικό και έτοιμο για απόσυρση. Μη φοβάσαι, απλά γέλα όπως ο Donnie Darko λίγο πριν το τέλος. Το Τέλος. Της ψευδαίσθησης. Χα Χα.


grito