Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Τελικά

Είχε σταματήσει ξαφνικά, για αρκετή ώρα. Τριγύρω του υψώνονταν πολυκατοικίες. Μπροστά του υπήρχε ένα πάρκο, ένα ησυχαστήριο για τους τριγύρω κατοίκους. Έκανε δυο τρία βήματα σαν να ήθελε να προσανατολιστεί. Είχε χαθεί μες στις σκέψεις, η θολούρα των οποίων τον είχαν οδηγήσει σε ένα μέρος που δεν ήξερε. Αν και εδώ και χρόνια περηφανευόταν πως ήξερε κάθε δρομάκι κάθε μικρή πλατεία. Του άρεσε να περπατά και να χάνεται στις εικόνες.
Ο ήλιος που έδυε έκανε τις πολυκατοικίες να φαίνονται καινούριες ή τουλάχιστον καλοδιατηρημένες. Είχαν, στο γνώριμο για το μάτι του σχέδιο που επικρατούσε σε όλη την πόλη. Σαν όλοι οι αρχιτέκτονες να είχαν κάνει κάποια μυστική συμφωνία. Αυτή θα ήταν, χωρίς καμιά αμφιβολία, να διατηρήσουν το σχέδιο όσο πιο μουντό και αδιάφορο μπορούσαν.
Αποφάσισε να κάτσει σε εκείνο το πάρκο, να αναπαυτεί για λίγο. Ήταν σίγουρος πως περπατούσε για αρκετές ώρες. Τα πόδια του του φανέρωναν αυτή τη λεπτομέρεια. Διασχίζοντας το πάρκο παρατήρησε πως οι κάτοικοι το διατηρούσαν καθαρό και το πρόσεχαν. Βρήκε ένα παγκάκι, στα μάτια του ήταν σαν ο πιο απαλός καναπές που είχε δει ποτέ. Ξεκουράστηκε για λίγο. Έριξε μια ακόμη ματιά τριγύρω. Ο ήλιος δεν φαινόταν πια στον ορίζοντα. Η νύχτα ανέβαινε στο θρόνο. Το βλέμμα του πέρασε από τα διαμερίσματα.  Με μια γρήγορη ματιά, θα συμπέρανες πως έσφυζαν από κόσμο. Αν και δεν είχε δει κανέναν μέχρι τώρα.
Μες στην ησυχία που προσφέρει η νύχτα. Η θολούρα έφευγε, το πάζλ των σκέψεων ξεκαθάριζε. Είχε φύγει από την δουλειά κατά τις τρεις. Είχε αποφασίσει να κάνει μια βόλτα. Να ηρεμήσει από τις σκέψεις που τον καταλάμβαναν εδώ και μέρες. Η δουλειά του μια σίγουρη δημόσια δουλειά. Είχε ξεχάσει εδώ και χρόνια τη χαρά που είχε νιώσει, όταν τελικά πήρε την θέση. Λίγο λίγο τη χαρά διαδέχτηκε η μιζέρια, η ρουτίνα. Οι αληθινοί φίλοι αντικαταστάθηκαν από γνώριμους, οι κοινωνικές τυπικότητες τον είχαν κουράσει.
Κυλισμένος στις εικόνες που είχαν ξεθωριάσει. Στα όνειρα που μόνο όνειρα έμειναν, ένιωσε ένα ρίγος. Μια ψύχρα τύλιξε το σώμα του. Ψίθυροι γέμισαν το χώρο. Αφού άνοιξε τα μάτια αντίκρισε ότι οι πολυκατοικίες είχαν μεταμορφωθεί σε ερείπια. Η νεότητα και η λαμπρότητα που ακτινοβολούσαν είχε χαθεί. Οι ψίθυροι συνέχιζαν να αντηχούν στο χώρο. Γνώριμοι ψίθυροι. Όσο περνούσε ο χρόνος, γίνοταν πιο ξεκάθαροι.  <<Ποιος>> και <<προσπάθησε>> ξεχώρισαν από τις ξεθωριασμένες λέξεις. Ο σύνδεσμος έγινε αυτόματα με τις σκέψεις και  το λόγο που είχε περπατήσει τόση ωρα. <<Τι νόημα έχει η ζωή του καθενός χωρίς μια αφετηρία ένα στόχο, ένα μαγικό δάσος, την αιώνια γαλήνη , το παράδεισο που ψάχνει  απεγνωσμένα. Τελικά ποιο είναι το νόημα. Το μονόπατι που έχτιζα δεν φάνηκε γερό, και στο σίγουρο κοινωνικό δρόμο επανήλθα>>.                                                                                                                                                                                                                                                                                        

ra.ka.ma.hi

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Ωδή στην αιωρούμενη μετριότητα

Πρωτοχρονιά, πρώτη του χρόνου, μια μέρα που αυθαίρετα θεωρούμε ως την έναρξη, το άνοιγμα του άγνωστου, το reset η το restart. Ή και το τέλος, καθώς οι προσεχείς ημέρες γοητεύουν μελαγχολικά τους μοναχικούς και τους καταθλιπτικούς, που στον μοναχικό και καταθλιπτικό τους κόσμο υπερεκτιμούν την πλαστή ευτυχία των <<άλλων>>. Μέρα σκέψεων, οικογένειας και ρηχών εξόδων. Η προσπάθεια για το μέγιστο δημιουργεί άγχος. Το άγχος σε κάνει να αποτύχεις και να φλερτάρεις με τον πάτο του πηγαδιού. Ο πάτος είναι πιο δελεαστικός, αν δεν βρίσκεσαι στην κορυφή. Τουλάχιστον δεν αιωρείσαι. Πατάς κάπου και μπορείς να πηδήσεις ξαφνικά. Η ανάδυση δεν είναι εύκολη όταν αιωρείσαι. Υπάρχει πάντα μια γλυκιά προσμονή, μια σειρήνα που τραγουδάει για σένα, χωρίς να έχεις χώσει βουλοκέρι στα αυτιά σου. Και δεν είσαι ο Οδυσσέας.
                Παίρνεις στυλό και χαρτί και κάθεσαι να γράψεις. Όνειρα, στόχοι, χόμπι, σχέδια, προσπάθεια για αλλαγή και ανανέωση τελοσπάντων. Η ρουτίνα, γλυκιά πουτάνα σε κρατάει πίσω, με μικρά δολοφονικά βελάκια, που στην εκστατική παθητικότητα της συνήθειας δεν καταλαβαίνεις. Εθισμός στη μετριότητα. Οι παραπλανημένοι εθισμένοι υποστηρίζουν μανιωδώς, με φανατικό δογματισμό και δογματικό φανατισμό τον εθισμό τους. Μια σχέση μίσους και πάθους. Η επιθυμία να τραβήξεις μαζί σου στον γκρεμό και άλλους, οι κατηγορίες ακολουθούν του <<αντιανεσικούς>> κατά πόδας. Πιόνι και σκληρό στρατιωτάκι, αδύναμο και φοβισμένο αλλά πρόθυμο να θυσιαστεί για τους μεγάλους. Και ας μην το καταλαβαίνεις. Θα τζόγαρες ποτέ τους εθισμούς σου, η δεν μπορείς να τους αποχωριστείς? Αν είχες για μια στιγμή την υπερβατική δυνατότητα να αλλάξεις κάτι στη ζωή σου, θα έκανες ότι κοιμάσαι για να αποφύγεις τις εύκολες λύσεις. Η λατρεία της στασιμότητας και του δεν γαμιέται. Η γλυκιά και πλέον συνηθισμένη προσμονή της ενσωμάτωσης και του στανταρ. Το κρυφό like της κοινωνίας που σου κλείνει συμπονετικά το μάτι. Σε κοιτάζει με απέραντο βλέμμα κατανόησης ταλαιπωρημένο και μαύρο μου πρόβατο και σε αποδέχεται στο κοπάδι με τα άσπρα τώρα και ας έχεις λίγες μουτζούρες και γρατζουνιές. Η αποδοχή που πάντα αναζητούσες.

                H ανάγκη για καλοπέραση και βόλεμα. Η αναποφασιστικότητα, ο πιο πιστός σου σύντροφος. Μπορείς να ακουμπήσεις και να ξεκουραστείς. Η αιώνια αλλαγή του αύριο. Η αλλαγή που μετατίθεται στο μεθαύριο η αιωρείται συνεχώς στο αύριο, αναλόγως του αν ακολουθείς χρονικά τις αποφάσεις σου. Η απόρριψη ή η αγιοποίηση του χθες. Μαγικό νόμισμα με ίδιες όψεις. Θα το πετάξεις και θα περιμένεις εναγωνίως το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το σήμερα ενώνεται φαινομενικά αρμονικά με το αύριο, απαλλάσσοντας σε από περιττό κόπο. Παρόμοια και ο παλιός χρόνος με τον καινούργιο. Ο κόπος δημιουργεί χαρά όμως και η ρηχή τοποθέτηση στόχων νέους και δυσκολότερους στόχους. Και πάντα θα υπάρχει και θα αιωρείται στον χρόνο ο ου-τοπικός, για να σε ταλανίζει.

Παλιάτσος

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Στην υγειά μας και καλή βροντοχρονιά!


Καλώς ήρθατε στην πρωτοχρονιάτικη εκπομπή «Στην υγειά μας (βρε γιαγιά)». Την εκπομπή μας από δω και πέρα θα παρουσιάζει η εκθαμβωτική Ανίτα Πάνια, η οποία ψηφίστηκε ως η πιο δημοφιλής τηλεπερσόνα στο τάργκετ γκρουπ της εκπομπής (γιαγιάδες/παππούδες και άεργοι). Ας αφήσουμε όμως τα λόγια και ας υποδεχτούμε την μια, την ανεπανάληπτη… -ΤΟΥΥΥΥΥΥΥΥΤ (ήχος βουβουζέλας, στενά συνδεδεμένος με την συμπαθέστατη παρουσιάστρια) Ανίτα Πάνια!

Η παρουσιάστρια εισέρχεται στο πλατό με τα έντονα φρύδια της στολισμένα με γιρλάντες. Στο αριστερό της χέρι κρατάει το προαναφερθέν ηχοποιό όργανο. Στο δεξί έχει πιασμένο αγκαζέ τον σύντροφό της, συνθέτη Νίκο Καρβέλα, επίσης στολισμένο με χρυσές γιρλάντες για να τονίζει την ασημένια χαίτη του και ένα αστέρι στην κορυφή του κεφαλιού. Το ζεύγος αποθεώνεται από το κοινό.

«Τι κάνει η πρωτοχρονιάτικη κοινάρα μου;» φωνάζει με σκέρτσο η Ανίτα.

«Μπουμ μπουμ μπουμ» σιγοντάρει ο βάρδος/συνθέτης.

Το κοινό παραμιλάει από την χαρά (και το αλτσχάιμερ) και έτσι η απόλυτη αρχόντισσα της εκπομπής αναγκάζεται να βάλει τάξη:

-ΤΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΤ

-Σήμερα, κοινάρα μου, έχουμε κάποιους πολύ [ανασήκωμα φρυδιού, πονηρό χαμόγελο] ιδιαίτερους καλεσμένους. Ας υποδεχτούμε τον πρώτο!

Μια ψηλή φιγούρα εισέρχεται στην αίθουσα. Είναι ντυμένη με έναν παλιό, μαύρο μανδύα, και το κεφάλι της είναι σκεπασμένο με κουκούλα, έτσι ώστε να μην φαίνεται ούτε το πρόσωπο. Καθώς προχωράει προς την θέση της δίπλα στο ζεύγος, μοιάζει να αιωρείται. «Καλώς σας βρήκα, θνητοί» λέει ψιθυριστά, αν και ακούστηκε καθαρά από όλους. Η φωνή της ήταν παγερή, με έναν χειροπιαστό τρόπο, λες και μπορούσε να απορροφάει την θερμότητα από τον χώρο αλλά και τις καρδιές των ανθρώπων.

-Βάλε, βρε Κώστα λίγα κούτσουρα στο τζάκι να ζεσταθούμε, είπε η κυρα- Μαρίκα στον σύζυγό της, με πάγωσε τούτο το πράμα.
-Αφού είπε η κυβέρνηση να μην καίμε το τζάκι γιατί αυξήθηκε πολύ το αιθάλι και θα μας πνίξει. Σώπα τώρα να ακούσουμε τι είναι αυτός ο διάολος, της απάντησε δυναμώνοντας την ένταση.

«Είμαι το Πνεύμα των Χριστουγέννων που πέρασαν», συνέχισε το Πνεύμα, «σας ευχαριστώ για την πρόσκληση»

[Νέο ανασήκωμα φρυδιού-γιρλάντας] «Μα εγώ κάλεσα το Πνεύμα των Χριστουγέννων που θα έρθουν»

«Εχμ, ναι, σχετικά με αυτό, ξέρετε, όταν ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι καταργούνται τα Χριστούγεννα και συγχωνεύονται με την Πρωτοχρονιά, η οργανική θέση του Πνεύματος των Χριστουγέννων που θα έρθουν καταργήθηκε επίσης. Το Πνεύμα των τωρινών Χριστουγέννων βρίσκεται σε απεργία διαρκείας, άρα μόνο εγώ μπόρεσα να έρθω.»
«Τι να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά σε ζωντανές εκπομπές» τόνισε η παρουσιάστρια, χωρίς να χάσει το κέφι και την ζωντάνια της. «Για πες μας, πνεύμα, τι μπορούμε να κάνουμε για να σώσουμε τα Χριστούγεννα;»

«Πρέπει να τα ξανακάνουμε ανταγωνιστικά. Πρέπει να στολίζουμε περισσότερα δέντρα, να αγοράζουμε περισσότερα γλυκά, να αγοράζουμε περισσότερα δώρα. Πρέπει να καταναλώνουμε, να καταναλώνουμε, να καταναλώνουμε»

«Ψέματα! Αίσχος! Φρικτό τέρας του καπιταλισμού!» ακούγεται ξαφνικά από το πίσω δεξιά μέρος της εξέδρας του κοινού. Όλοι γυρίζουν να δουν ποιος φώναξε. Μια συμπαθέστατη υπέρβαρη γιαγιάκα με κάπως ανεπτυγμένη τριχοφυία προσώπου έχει σηκωθεί όρθια και τρέμει από οργή. Η γιαγιά λύνει βιαστικά το τσεμπέρι της και αποκαλύπτει την ατίθαση χαίτη και το μούσι του Καρόλου Μαρξ. Ο επιβλητικός θεωρητικός της ταξικής πάλης κοιτάζει με βδελυγμία το έκπτωτο πνεύμα των Χριστουγέννων.

Το κοινό τρέμει από την έκπληξη (και το Πάρκινσον). Η παρουσιάστρια κοιτάζει προς την κάμερα και, κρύβοντας εντέχνως την έκπληξή της, επαναλαμβάνει χαμογελαστά: «Τι να κάνουμε, συμβαίνουν αυτά σε ζωντανές εκπομπές»

«Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ» σύριξε το Πνεύμα, «εσύ είσαι νεκρός εδώ και χρόνια»

«Χα! Μίλησε το παράδειγμα ζωντάνιας» απάντησε με ευφράδεια ο φιλόσοφος. «Πώς τολμάς να καπηλεύεσαι έτσι τις γιορτές; Στο τέλος θα μας πεις ότι το νόημα της Πρωτομαγιάς είναι να πουλάμε περισσότερα κρέατα και μπύρες! Τα Χριστούγεννα και η πρωτοχρονιά όμως έχουν ένα άλλο, κρυμμένο νόημα. Συμβολίζουν τον θάνατο του παλιού συστήματος και την γέννηση ενός νέου˙ είναι οι γιορτές της επανάστασης. Τα Χριστούγεννα είναι η ελπίδα και η υπόσχεση ενός νέου κόσμου, μιας νέας εποχής, ενώ η Πρωτοχρονιά είναι ο θάνατος του παλιού συστήματος, της εκμετάλλευσης, της δουλείας, και η γέννηση μιας εποχής αγάπης και αδελφοσύνης των λαών.»

«Βοήθεια» ακούστηκε μια λεπτή φωνούλα από την άκρη της αίθουσας. Ένας λεπτός, ταλαιπωρημένος γεράκος μπήκε παραπατώντας. «Βοηθήστε με. Είμαι ο Άγιος Βασίλειος από την Καισαρεία. Με απήγαγαν οι άνθρωποι της Κόκα Κόλα κι έβαλαν έναν χοντρό απατεώνα στην θέση μου. Μα πού ακούστηκε άγιος να τρέχει από καμινάδα σε καμινάδα πίνοντας αναψυκτικά και να ρίχνει δώρα μέσα. Αυτά είναι παγανιστικές ανοησί…»

-ΤΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥΤ

Στο σάλπισμα της βουβουζέλας, τρεις γορίλες με στολές σεκιούριτι όρμησαν στο πλατό, άρπαξαν τον γεράκο και τον έσυραν έξω.

«Δεν θα μου το κάνετε μπουρδέλο εδώ μέσα, φώναξε θυμωμένη η Ανίτα, να έρχεται ο κάθε τρελός και να λέει ότι θέλει για τις χορηγάρες μας. Τέλος πάντων, συμβαίνουν αυτά σε ζωντανές εκπομπές. Για πες μας πνεύμα, είναι αλήθεια όσα είπε η γιαγιά με τα μούσια;»

«Είναι όλα συκοφαντίες, ούρλιαζε το πνεύμα με υστερική, τσιριχτή φωνή, αλλά τι περιμένεις από κουμμούνια; Πάντα μου επιτίθενται και κριτικάρουν ότι κάνω και λέω. Μου καίνε το βιβλιοπωλείο, κοροϊδεύουν τα βιβλία μου. Δεν έχετε καμία θέση στα Χριστούγεννα που οραματιζόμαστε»
Ξαφνικά, το πνεύμα πέταξε από πάνω του το παλιό, μαύρο ύφασμα και αποκάλυψε τον υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ο συμπαθέστατος Άδωνις κατέβηκε από τα ξυλοπόδαρά του και έφυγε φουριόζος από το στούντιο.

«Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν αυτά στην εκπομπάρα μας» ανακοίνωσε η Ανίτα. Ο Καρβέλας αρκέστηκε να σιγομουρμουρήσει μια παλιά, ξεχασμένη επιτυχία. «Και τώρα, φίλοι και φίλες, ήρθε η ώρα να υποδεχτούμε το νέο έτος. Εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει ακόμα περισσότερα βάσανα στον κόσμο, να τον τρελάνει, να τον αποτελειώσει, για να έχω ακόμα περισσότερα σούργελα στις εκπομπές μου. Ας αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση»

«Εννιά»

«Οχτώ»

«Εφτά»

«Έξι»

«Πέντε, κοινάρα μου»

«Τέσσερα»

«Τρία»

«Δύο»

«Ένα»

ΚΡΑΣ! ΜΠΑΜ! ΚΛΑΤΣ!

Όλοι οι παρευρισκόμενοι κοίταζαν αποσβολωμένοι. Ένας προβολέας έπεσε χωρίς κανένα προφανή λόγο στο κεφάλι της παρουσιάστριας, ακριβώς την στιγμή της αλλαγής.

«ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΥΤΑ ΣΕ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ, Ε;» ακούστηκε μια φωνή σαν κολασμένος άνεμος της ερήμου, σαν σμήνος από ακρίδες που πέφτει πάνω στους καταραμένους.

Οι παρευρισκόμενοι έμειναν σιωπηλοί για λίγα λεπτά. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Ακούσατε κάτι;» ρώτησε ο Καρβέλας, το πρόσωπό του μια μάσκα απάθειας, συνηθισμένη σε ανθρώπους που είδαν και άκουσαν πράματα που το μυαλό τους προσπαθεί να διαγράψει.

«Θα ήταν ο αέρας. Ναι, ναι, ο αέρας, αυτός έριξε τον προβολέα άλλωστε» απάντησε ο Μαρξ.

«Μήπως να της δώσουμε τις πρώτες βοήθειες;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο αοιδός/συνθέτης.

«Ξέρει κανείς από πρώτες βοήθειες» ρώτησε μια γιαγιά στην δεύτερη σειρά

Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Δεν ήξεραν. Ή έκαναν πως δεν ήξεραν. Τι σημασία είχε άλλωστε; Ήταν θέλημα… ανωτέρων.

«Ας πιούμε λοιπόν στο νέο έτος» προτεινε ο Κάρολος Μαρξ, γνωστός και ως γερό ποτήρι. «Ας είναι ένα έτος όμορφο, δημιουργικό και επαναστατικό. Θα ήθελα να σας θυμίσω ότι η επανάσταση δεν ξεκινάει πάντα με μια μάζα να πιάνει τα όπλα και να καίει τον τόπο. Επανάσταση είναι επίσης ένα χαμόγελο μέσα σε ένα βαγόνι γεμάτο κατσουφιασμένους μεσήλικες. Ένας μουσικός που προτιμάει να παίζει στον δρόμο και να ομορφαίνει την μέρα εκατοντάδων, χιλιάδων, παρά να παίζει στο Μέγαρο για δέκα άτομα. Κάθε φορά που επιλέγουμε να νοιαστούμε για τον διπλανό μας παρά να γυρίσουμε την πλάτη, κάθε φορά που επιμένουμε να ζούμε στο εδώ και το τώρα, που διαλέγουμε τις μικρές χαρές της ζωής και όχι το καταναλωτικό όνειρο, που δεν πουλάμε τα όνειρά μας για το βόλεμα. Εις υγείαν»

«Υγεία, καύλα και επανάσταση, baby» φώναξε ο Νίκος Καρβέλας γεμάτος εορταστική αγαλλίαση
.
Καθώς τσούγκριζαν τα ποτήρια τους, η δύστυχη τηλεπερσόνα άφηνε την τελευταία της πνοή. Οι τίτλοι του τέλους βρήκαν όλους τους συντελεστές και το κοινό να κόβουν την βασιλόπιτα.

Υ.Γ. Το φλουρί το κέρδισε ο Μαρξ μαζί με τον ενενηντάχρονο παρκινσονικό παππού της τέταρτης σειράς. Viva la revolucion!

Υ.Γ.2 Δεν πρόκειται για πραγματική ιστορία. Η Ανίτα Πάνια μάλλον θα συνεχίσει να καταβαραθρώνει το I.Q. χιλιάδων τηλεθεατών για χρόνια ακόμα

Υ.Γ3 Καλή χρονιά! 

Serotonin Addicted!

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Π.Λ.

Το παιδί μπήκε στο σκοτεινό δισκοπωλείο. Καθώς άνοιξε η πόρτα, ακούστηκε το καμπανάκι που ειδοποιεί τον ιδιοκτήτη ότι κάποιος μπήκε. Ο ήχος του ήταν εξαιρετικά μουντός, σαν να είχε καιρό να χρησιμοποιηθεί. Το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα μόνο μικρό, σκονισμένο παράθυρο, από το οποίο λεπτές δέσμες φωτός εισέβαλαν στον χώρο και ενοχλούσαν τα αμέτρητα σωματίδια σκόνης που αιωρούνταν.

Ο μικρός προχώρησε διστακτικά προς το βάθος του μαγαζιού. Σταμάτησε. ‘’Είναι κανείς εδώ;’’ είπε σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά, λες και βρισκόταν σε έναν χώρο ιερό, σε μια εκκλησία… σε έναν τάφο. Κανείς δεν απάντησε. Το παιδί περίμενε πέντε ολόκληρα λεπτά. ‘’Περίεργο’’, σκέφτηκε, ‘’Μάλλον ο ιδιοκτήτης θα πετάχτηκε κάπου’’. Ακόμα και στο μυαλό του, όμως, αυτό δεν ακούστηκε πολύ πειστικό. Το μικρό κατάστημα έδειχνε εγκαταλελειμμένο, παρατημένο, λες και κάποιος έφυγε πολύ βιαστικά από εκεί πριν καιρό και δεν μπόρεσε να ξαναγυρίσει.

Ο πιτσιρίκος προχώρησε προς την συλλογή με τα παλιά σιντί. Δεν αναγνώρισε κανέναν από τους τίτλους. Ήταν όλοι στα ελληνικά, όμως οι καλλιτέχνες του ήταν άγνωστοι. Ξαφνικά ανατρίχιασε. Είχε την αίσθηση πως τον παρακολουθούν. Γύρισε αργά το κεφάλι του· δεν ήταν κανείς. Κι όμως… ένιωθε πως κάποιος, κάποιοι, τον κοιτούν με προσμονή, περιμένουν να κάνει κάτι, αδημονούν, τι όμως;

Γέλασε και κούνησε το κεφάλι του. ‘’Είναι η εγκατάλειψη και η σιωπή αυτού του μέρους’’, σκέφτηκε, ‘’μου βάζουν περίεργες ιδέες στο κεφάλι’’. Αποφάσισε να βάλει ένα σιντί στο παλιό στερεοφωνικό του καταστήματος όσο θα περιμένει τον ιδιοκτήτη. Ξεφύλλισε και πάλι τα εξώφυλλα των δίσκων και διάλεξε ένα στην τύχη. Ένας χοντρός άντρας με μούσι και λιγδιασμένα μαλλιά τον κοίταζε με βλέμμα σκοτεινό. Ο μικρός είχε την αίσθηση ότι ο παράξενος άντρας έβλεπε απευθείας στην ψυχή του. Ο δισύλλαβος τίτλος του συγκροτήματος θύμιζε τον ήχο της βροχής στην οροφή ενός μαυσωλείου ή το όνομα ενός σκοτεινού θεού των Αζτέκων. Το αγόρι ανατρίχιασε ξανά, όμως δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Έβαλε το σιντί στο στερεοφωνικό και πάτησε το κουμπί. Η μικρή μπλε οθόνη του στερεοφωνικού έδειχνε έξι και τριάντα πέντε.

Η ώρα ήταν εφτά και μισή. Η μουσική είχε σταματήσει εδώ και λίγα λεπτά. Το αγόρι στεκόταν ακίνητο. Κοίταζε το κενό. Ένας μικρός μυς συσπάστηκε στην άκρη του ματιού του. Ήταν η πρώτη του κίνηση από την στιγμή που πάτησε το ‘’play’’. Το βλέμμα του ήταν αδιαπέραστο, έδειχνε κλεισμένο βαθιά στον εαυτό του, λες και είχε δει ή ακούσει κάτι φρικτό, κάτι που δεν είναι φτιαγμένο για τα ανθρώπινα αυτιά. Έμεινε στην ίδια θέση για λίγη ώρα ακόμα. Μετά, πάντα ανέκφραστος, βγήκε από το μαγαζί. Το κουδουνάκι ακούστηκε για μια τελευταία φορά καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του.


Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά τι έγινε το παιδί. Η μητέρα του ειδοποίησε την αστυνομία. Οι έρευνες συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό, αλλά τελικά δεν βρέθηκε κανένα ίχνος του. Μόνο κάποια βράδια, ορισμένοι μοναχικοί και μελαγχολικοί άνθρωποι, ορκίζονται πως είδαν ένα παιδί που περπατάει με τα χέρια. 

Hormonally Imbalanced! (aka Serotonin Addicted)

Όνειρο χειμερινής νυχτός

Μάλλον πρέπει να ονειρεύομαι, δεν εξηγείτε αλλιώς πως βρέθηκα μέσα σε αυτήν την έπαυλη. Το σαλόνι είναι τόσο πήχτρα όσο ένα club για erasmus φοιτητές  Σάββατο βράδυΌλοι είναι καλοντυμένοι και όρθιοι αλλά δεν δείχνουν να χορεύουν και να διασκεδάζουν, το αντίθετο μάλιστα, μοιάζουν πολύ σοβαροί και αγχωμένοι. Προσπαθώ να ακούσω τι λένε αλλά οι φράσεις τους δεν δείχνουν να έχουν νόημα. Απλά παραμιλάνε μόνοι τους. Ίσως τελικά βρίσκομαι σε τρελάδικο για πλούσιους. Ίσως και να είναι αυτιστικοί αφού ο καθένας επαναλαμβάνει 5-6 συγκεκριμένες προτάσεις. Θαρρείς και οι προτάσεις αυτές είναι οι μοναδικές στο λεξιλόγιό τους. Ρε λες να είναι ρομπότ;

Αυτός εκεί πρέπει να είναι φοιτητής γιατί όλο στην εξεταστική του αναφέρεται. Εκείνος ο τύπος με τη γραβάτα φοβάται μην τον απολύσουν γιατί δεν πρόλαβε ένα deadline. Δίπλα του μια τύπισσα που επαναλαμβάνει το λόγο που έχει να βγάλει σε ένα meeting. Όλοι τους φαίνονται εγκλωβισμένοι στις φυλακές του μυαλού τους.

Όσο περνάει η ώρα το κλίμα αρχίζει να με επηρεάζει σιγά σιγά. Αρχίζω και εγώ να κάνω αγχωτικές σκέψεις, η εξεταστική πλησιάζει επικίνδυνα. Όχι, καλά θα κάνω να σταματήσω. Ορίστε, ο τύπος με το μούσι δεν άντεξε, άρχισε να ουρλιάζει και τον μάζεψαν κάτι μπράβοι. Ποιος ξέρει που πάει το ασανσέρ με το οποίο έφυγαν.

Πρέπει να βρω την έξοδο πριν γίνω σαν αυτούς. Το μέρος είναι τόσο πήχτρα που με το ζόρι μπορώ να κουνηθώ. Το μυαλό μου έχει αρχίσει να θολώνει.

Ξαφνικά στη γωνία βλέπω έναν νεαρό να τους κοιτάζει με επικριτικό βλέμμα. Δεν βλέπω στο πρόσωπό του το άγχος και την αγωνία των υπολοίπων. Κάπου πάει. Ίσως ξέρει το δρόμο για την έξοδο. Αυτόν θα ακολουθήσω.



grito


Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Desobediencia pacífica

Con desobediencia que pacifica
Y con pacífica desobediencia
Deconstruimos este estado demencia
Que violencia nos da y esta intensifica.

Violencia y explotación y petrifica
E intensifica violencia y sentencia
Nuestras vidas sin alguna clemencia
Y fundamentalismos mitifica.

El voto sí hace cómplices, entiende
Que esto es un estado autoritario
Que con violencia sus leyes defiende.

El problema es que impuesto no arbitrario
Es: impuesto y no arbitrario y nos miente
Y es conformes con un simple honorario.

Javier

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

The ultimate choice

“When unsure, always trust the coin’’; that was his favourite phrase. Whenever he was in the proverbial crossroads, he always tossed a coin. If it was heads, then he chose the easy path. If it was tails, he took the hard path. But what if the coin never landed?

He woke up mortified. Once again, it took him a few seconds before he realized it was just a dream. The problem was it was always the same dream every night: he tossed the coin in the air, he saw it reaching the  highest point, where its kinetic energy was diminished, and as the metallic surface reflected the sunlight, he blinked; and the coin was lost. As he was looking around for the lost penny, he always heard the same harsh, cynical laughter. This laughter terrified him. It had no hint of joy, emotion or humanity. It was the laughter of a madman; the laughter of a god.

He had tried everything in order to make sense of this impossible situation. The shrink had said it was a regression to childhood, to a happier time, when he didn’t have any serious responsibility, when his most difficult choice was between chocolate and vanilla ice cream. The disappearing coin apparently symbolised the loss of innocence and his inability to cope with normal adult responsibilities. But what about the inhuman laughter? Even the best mental health specialists couldn’t provide him with a convincing answer.

He had even tried a hypnotist once. He managed to visit the crossroad under hypnosis, but when he searched his pockets for money, he only found a small, crumpled piece of paper. As he unwrapped it, he found a small, rusty coin. The surface was so ravaged by time and the elements, that he couldn’t discern which side was heads or tails. Then he saw two words on the paper: Nice try.

This couldn’t go on. He found it hard concentrating at work, his girlfriend had left him as he was cold and aloof. His friends were really worried about him, but he couldn’t tell them about his dream. He knew that they wouldn’t understand, that they would surely think he was crazy. And he wasn’t so sure himself about his sanity. He never accepted any coins when he got his change at the supermarket, and if he had to, he always gave them to the first beggar he found. He knew that if he carried a coin on him, he couldn’t resist the urge to toss it. And what if it never landed?

So one day, as he once again woke up drenched in sweat, he decided to do the only reasonable thing: the ultimate coin toss. He went to the corner antique shop. He browsed the old weapons selection and bought an old revolver with six bullet slots, as well as three bullets. When he was finally back in his flat, he poured himself a generous portion of single malt scotch and admired the old gun. He opened the cylinder, put the three bullets in and then spun it. He finished his drink lost in thought.


Finally, smiling, he placed the muzzle against his temple and contemplated the matter of choice. He remembered something that his grandpa used to say: When in doubt, always flip a coin. When it’s in the air, the split second before it lands, you will catch yourself secretly wishing for either heads or tails. Then you will know what to choose’’. Now he knew: there was no choice. It’s always an illusion. We think we do what we want to do, but in the end, we cannot want what we want to want. His smile was bitter but calm as he pressed the trigger. And in that split second, when he didn’t know whether he was going to hear a soft click or a loud, terminal bang, he thought he heard a sound. It was a mirthless laughter, the laughter of somebody who knows everything but cares about nothing; the laughter of a god.  

Hormonally imbalanced! (aka Serotonin Addict)