Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

The ultimate choice

“When unsure, always trust the coin’’; that was his favourite phrase. Whenever he was in the proverbial crossroads, he always tossed a coin. If it was heads, then he chose the easy path. If it was tails, he took the hard path. But what if the coin never landed?

He woke up mortified. Once again, it took him a few seconds before he realized it was just a dream. The problem was it was always the same dream every night: he tossed the coin in the air, he saw it reaching the  highest point, where its kinetic energy was diminished, and as the metallic surface reflected the sunlight, he blinked; and the coin was lost. As he was looking around for the lost penny, he always heard the same harsh, cynical laughter. This laughter terrified him. It had no hint of joy, emotion or humanity. It was the laughter of a madman; the laughter of a god.

He had tried everything in order to make sense of this impossible situation. The shrink had said it was a regression to childhood, to a happier time, when he didn’t have any serious responsibility, when his most difficult choice was between chocolate and vanilla ice cream. The disappearing coin apparently symbolised the loss of innocence and his inability to cope with normal adult responsibilities. But what about the inhuman laughter? Even the best mental health specialists couldn’t provide him with a convincing answer.

He had even tried a hypnotist once. He managed to visit the crossroad under hypnosis, but when he searched his pockets for money, he only found a small, crumpled piece of paper. As he unwrapped it, he found a small, rusty coin. The surface was so ravaged by time and the elements, that he couldn’t discern which side was heads or tails. Then he saw two words on the paper: Nice try.

This couldn’t go on. He found it hard concentrating at work, his girlfriend had left him as he was cold and aloof. His friends were really worried about him, but he couldn’t tell them about his dream. He knew that they wouldn’t understand, that they would surely think he was crazy. And he wasn’t so sure himself about his sanity. He never accepted any coins when he got his change at the supermarket, and if he had to, he always gave them to the first beggar he found. He knew that if he carried a coin on him, he couldn’t resist the urge to toss it. And what if it never landed?

So one day, as he once again woke up drenched in sweat, he decided to do the only reasonable thing: the ultimate coin toss. He went to the corner antique shop. He browsed the old weapons selection and bought an old revolver with six bullet slots, as well as three bullets. When he was finally back in his flat, he poured himself a generous portion of single malt scotch and admired the old gun. He opened the cylinder, put the three bullets in and then spun it. He finished his drink lost in thought.

Finally, smiling, he placed the muzzle against his temple and contemplated the matter of choice. He remembered something that his grandpa used to say: When in doubt, always flip a coin. When it’s in the air, the split second before it lands, you will catch yourself secretly wishing for either heads or tails. Then you will know what to choose’’. Now he knew: there was no choice. It’s always an illusion. We think we do what we want to do, but in the end, we cannot want what we want to want. His smile was bitter but calm as he pressed the trigger. And in that split second, when he didn’t know whether he was going to hear a soft click or a loud, terminal bang, he thought he heard a sound. It was a mirthless laughter, the laughter of somebody who knows everything but cares about nothing; the laughter of a god.  

Hormonally imbalanced! (aka Serotonin Addict)


΄΄ Πολύτιμο μου δηλητήριο σε κρύβω, σε χρειάζομαι, σε αποθηκεύω. Ανήμπορε εαυτέ μου που είναι το αντίδοτο σου.΄΄
                Ο φιλόσοφος έπιασε το τετράδιο. Τον είχε πιάσει πανικός. Οι λέξεις ερχόταν σαν ριπές από σφαίρες. Άρχισε να γράφει, να φιλοσοφεί, να αισιοδοξεί, να κατεβάζει το βλέμμα, όταν σκηνές από την πραγματικότητα εμφανιζόταν εκεί σαν εφιάλτες που ελπίζεις  ποτέ να μην ξαναδείς. Απότομα ξαναδιάβασε τις τρεις τελευταίες λέξεις ελευθερία, δικαιοσύνη. Στη τρίτη προσπαθούσε να βγάλει νόημα. Τα ορνιθοσκαλίσματα, που υποτίθεται ότι σήμαιναν κάτι, απλά δεν τον άφηναν να δει. Σκέφτηκε τους φίλους του που πάντα σχολίαζαν τον γραφικό του χαρακτήρα. Ήταν κάτι σε κινεζικο-αιγυπτιακά ορνιθοσκαλίσματα. Χαμογέλασε, εικόνες από διακοπές γέμισαν τις σκέψεις του.
                Αλλά όχι οι λέξεις που λίγο πιο πριν γάζωσαν το μυαλό του όρμιζαν ξανά. Αυτή τη φορά η λέξη εμπιστοσύνη έκανε κύκλους. Αναλογίστηκε γιατί; Ίσως κάτι είχε να πει. Εμπιστοσύνη σκέφτηκε, κάτι ήξερε για αυτή τη λέξη, αλλά ήταν λες και διάβαζε το νόημα της μέσα σε πυκνή ομίχλη στα τριάντα μέτρα. Είχε να την χρησιμοποιήσει ή να την αισθανθεί από τότε που τον έβλεπε ο πατέρας του να παίζει καταστρέφοντας τα πάντα. Αλλά ο πατέρας του ως ο έμπιστος κολλητός του που δεν θα το ξεφούρνιζε ποτέ στη μητέρα του.
«Δεν υπάρχει περίπτωση» είπε «πρέπει να βρω το νόημα ξανά».  Έκλεισε τα μάτια του χαλάρωσε στο αγαπημένο του καναπέ. Μέσα στις σκέψεις τον πηρέ ο ύπνος. Όταν ξύπνησε, θυμήθηκε ένα όνειρο που είχε δει πολλές μέρες πριν. Το είχε συζητήσει και με έναν φίλο του, τον μοναδικό του φίλο εδώ και χρόνια, τον σκύλο του. Τότε δεν είχε πάρει απάντηση. Παραξενεύτηκε γιατί. Είπε να το σκεφτεί μονός του αυτή τη φορά. Όχι ότι δεν ήθελε να μιλήσει με τον κολλητό του αλλά εκείνη την ώρα ο κολλητός του ήταν απασχολημένος. Κοιμόταν!
Έπρεπε να τη βρει αυτή τη λέξη όμως. Του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ένιωθε ότι σε αυτή τη πρόταση κρύβεται το νόημα της ζωής που είχε ανακαλύψει πρωτύτερα. Το αποφάσισε, θα ψάξει την αποθήκη, που βρίσκονται πετάμενα δεκάδες τετράδια με τα γραπτά του. Αν διαβάσει κάμποσα ποιήματα ίσως θυμηθεί την λέξη! Έγραφε, έγραφε από μικρός, όταν οι άλλοι έπαιζαν χόρευαν και γελούσαν, οι ανώριμοι, αυτός έγραφε. Έγραφε και διάβαζε. Η σκονισμένη βιβλιοθήκη με τα εκατοντάδες βιβλία σπεύδει να του το υπενθυμίσει. Μπρετόν! Βάνεγκεμ! Μαρκουζέ! Μακιαβέλι! Κιρκεργκαρντ! Τόσες πολλές γνώσεις στο κεφάλι του και νιώθει πιο άδειος και από το πηγάδι που διαλογιζόταν ο Toru!
        Ζωή! Δεν έχει ιδέα τι είναι αυτό, αλλά σίγουρα δεν βρίσκεται στην αποθήκη που ψάχνει ο πρωταγωνιστής μας, με εξαίρεση ένα δυο αράχνες που χαλαρώνουν στον αγαπημένο τους ιστό. Όχι, ούτε αυτή η λέξη του ταιριάζει.. Το όνειρο, το όνειρο!
        Βρίσκεται σε ένα μεγαλοπρεπές σαλόνι. Πολυτελείς καναπέδες με επίχρυσα καλύμματα και  ένα μαύρο γυαλιστερό τραπέζι που φιλοξενεί εκατοντάδες μικροσκοπικά πιάτα κοσμούν τον χώρο. Καταλαβαίνει ότι κινείται, το σαλόνι βρίσκεται μέσα σε ένα τρένο. Μπροστά βλέπει ένα τούνελ και μετά από λίγα δευτερόλεπτά το φως χάνεται. Όταν το τρένο βγαίνει από το τούνελ παρατηρεί έντρομος ότι το δωμάτιο έχει παραμείνει το ίδιο με εξαίρεση τέσσερα δέντρα, καθένα σε κάθε μια γωνία. Τα δέντρα χαμογελάνε χαιρέκακα, ωχ απλώνουν τα κλαδιά τους που μεταμορφώνονται σε τεράστια καφέ βρώμικα χέρια και τον κυνηγάνε. Δεν υπάρχει διέξοδος. Η πόρτα που υπήρχε προηγουμένως έχει μετατραπεί σε καθρέφτη. Τα κλαδιά σκίζουν το σώμα του, νιώθει να τον σκάβουν, αλλά δεν πονάει. Του παίρνουν την καρδιά και απομακρύνονται. Μια μεγάλη κόκκινη καρδία όπως αυτή που χάζευε παλαιότερα στα βιβλία βιολογίας. Τα χέρια μεταμορφώνονται αργά σε μικροσκοπικά μαχαίρια που αρχίζουν να κόβουν την καρδιά του σε μικρά μικρά κομμάτια και να τα απλώνουν στα πιάτα. Τι περίτεχνο κόψιμο!
<<Ναι τελικά αυτή πρέπει να είναι η λέξη>> ψιθυρίζει ανακουφισμένος και σκουπίζει τον ιδρώτα που στάζει από το μέτωπο του..

ra.ka.ma.hi. k παλιάτσος

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013


Μια τρύπα, δύο τρύπες, βάζεις τα ματάκια σου και κοιτάς προσεχτικά. Και τι βλέπεις? Μυρμήγκια πολυπληθή, πεινασμένα και αγχωμένα να τρέχουν, να μπαίνουν σε λεωφορεία, να ξεδιψάνε  σε μαγαζιά.  Και όσο πίνουν, τόσο διψάνε περισσότερο. Δίμετρα μυρμήγκια που έχουν χάσει την έννοια του συνόλου που περικλείει και αγκαλιάζει αρμονικά την ατομικότητα. Σε ροζ φόντο, με μωβ σύννεφα και γαλάζια δέντρα ίσως ήταν αλλιώς τα πράγματα! Τα αεροπλάνα είναι οι εχθροί μας. Βρέχει και κόκκινες σταγόνες τρυπάν  το κορμί σου. Η ομπρέλα είναι άχρηστη εδώ πέρα. Αυτά τους έμαθαν να χρησιμοποιούν τον αυτόματο πιλότο, να μην κοιτάνε μπροστά τους, να εγκλωβίζουν τον εαυτό τους σε μια ατέρμονη, επαναλαμβανόμενη, ψυχοφθόρα λούπα. Γάμα τη βροχή και βγες μπροστά κάποιος πρέπει να βγει. Κλείσε τα μάτια για να δεις καθαρά. Ο ήλιος καίει, τεράστιοι βράχοι ορθώνονται ψηλά και ένας ορειβάτης χωρίς εξοπλισμό αρχίζει να ανεβαίνει. Και όμως όσο ανεβαίνει, οι βράχοι μεταμορφώνονται σε σκαλοπάτια. Σε λίγο θα φτάσει στην κορυφή που δεν τόλμησες ποτέ σου να κοιτάξεις. Ει πρέπει να χαίρεσαι για αυτόν! Βάζεις το χέρι στην τσέπη και ακούς το αναμενόμενο γλυκό κουδούνισμα. Ίσα, ίσα για μια μπύρα. Πίσσα σκοτάδι. Λιγοστά φώτα. Σε πλησιάζει μια γυναίκα γύρω στα τριάντα, καλοντυμένη, με μελαγχολικό ύφος και πρησμένα μάτια.
-Σας παρακαλώ θέλετε να σας προσφέρω 8 ώρες και την δημιουργικότητα μιας ημέρας για 30 ευρώ?
Δεν απαντάς κατεβάζεις το κεφάλι και φεύγεις. Ρουφάς την τελευταία τζούρα, πετάς το τσιγάρο κάτω, το πατάς, ξαναπιάνεις τα ψiλά σου, αγοράζεις την μπύρα και γυρνάς σπίτι. Ανοίγεις την τηλεόραση. Ένας καλοντυμένος δημοσιογράφος με το γνωστό παγωμένο και γλοιώδες ύφος ανακοινώνει
-Παραμείνετε στους δέκτες σας μέχρι τις δώδεκα. Από αύριο η τηλεόραση σταματά να λειτουργεί.
 Γελάς, πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα.